ὄψομαι

ὄψομαι (fut к ὁράω) я увижу

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὄψομαι" в других словарях:

  • όψομαι — (Α ὄψομαι) μέσ. μέλλ. με ενεργ. σημ. τού ρ. ορώ νεοελλ. τιμωρούμαι για τις αμαρτίες μου (α. «ας όψεσαι» β. «να όψεται»). [ΕΤΥΜΟΛ. < εκκλ. φρ. ὑμεῖς ὄψεσθε (για τον μέλλ. ὄψομαι βλ. λ. ορώ)] …   Dictionary of Greek

  • ὄψομαι — ὁράω Inscr. destombeaux des rois aor subj mid 1st sg (epic) ὁράω Inscr. destombeaux des rois fut ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄψομ' — ὄψομαι , ὁράω Inscr. destombeaux des rois aor subj mid 1st sg (epic) ὄψομαι , ὁράω Inscr. destombeaux des rois fut ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρύοπα — εὐρύοπα, ὁ (Α) 1. αυτός που ηχεί σε μεγάλη έκταση («εὐρύοπα κέλαδον φθεγγόμενος») 2. (επίθ. τού Διός) αυτός που βλέπει μακριά, σε μεγάλη έκταση. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ευρύοπα απαντά ως προσωνυμία τού τ. Ζην ή Κρονίδην στην αιτιατ., αλλά και στην ονομαστ …   Dictionary of Greek

  • око — I око II мера веса в три фунта , южн., укр. око – то же. Заимств. из араб. тур. okka – то же; см. Литтман 90; Локоч 127 и сл.; Преобр. I, 643. Среднего рода – под влиянием око I. II око род. п. а I глаз ; поэт., мн. очи, укр. око, др. русск. око …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Papyrus 5 — Manuskripte des Neuen Testaments Papyri • Unziale • Minuskeln • Lektionare Papyrus 5 Name P. Oxy. 208 Text Johannes 1; 16; 20 † Sprache …   Deutsch Wikipedia

  • HAMAXA — regio Bithyniae. Steph. Item sidus quod nos Septentriones dicimus, a siguar, quia plaustri simile videtur. A. Gell. l. 2. c. 21. Hom. Odyss. ε. Α῎ρκτον θ᾿ ἣν καὶ Α῞μαξαν ἐπίκλησιν καλέονται. Leander apud Musaeum, Καί μιν ἐποπτεύων ουκ ὄψομαι… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αστεροπή — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Κόρη του Κεβρήνα, ποτάμιου θεού, σύζυγος του Αίσακου, γιου του Πριάμου και της πρώτης συζύγου του Αρίσβης. Όταν πέθανε, τη θρήνησε τόσο ο σύζυγός της, που οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε πουλί. 2.… …   Dictionary of Greek

  • ερυθροψία — Διαταραχή της όρασης που έχει αποτέλεσμα να βλέπει ο ασθενής όλα τα αντικείμενα κόκκινα. Η ε. είναι σχεδόν πάντα παροδική κατάσταση, που εμφανίζεται ως συνέπεια κάποιας πάθησης, όπως η επιληψία, ή έπειτα από εγχείρηση καταρράκτη. Οφείλεται όμως… …   Dictionary of Greek

  • ευωπός — εὐωπός, όν (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραία μάτια, που είναι ωραίος στην όψη 2. συνεκδ. αυτός που είναι ευχάριστος σε κάποιον, φιλικός, ευνοϊκός 3. αυτός που βλέπει καλά, αυτός που έχει καλή, ισχυρή όραση 4. το αρσ. ως ουσ. ὁ εὐωπός είδος θαλάσσιου… …   Dictionary of Greek

  • ευώψ — εὐὼψ, ῶπος, ο, η (Α) 1. αυτός που έχει ωραία μάτια, που είναι ωραίος στην όψη («εὐῶπα παρειάν», Σοφ.) 2. μτφ. επιθυμητός, ευτυχής, ευμενής («εὐῶπα ἀλκᾶν» ευμενή βοήθεια, Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ωψ (< *ὤψ «όψη»), τ. που εμφανίζει την… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.